Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Περί Έρωτος

Υπάκουος Μπρό --->>

Κάθε καλοκαίρι κατεβαίναμε για διακοπές στην ιδιαίτερη πατρίδα της μητέρας μου η οποία δούλευε σαν σχεδιάστρια στον οίκο μόδας Χ. στην Αθήνα. Ένα από αυτά τα υπέροχα καλοκαίρια και ενώ καθόμουν στο σαλόνι και διάβαζα Τιραμόλα κτύπησε το κουδούνι. Βαριεστημένα και βλέποντας ότι κανείς δεν άνοιγε, σηκώθηκα και άνοιξα την πόρτα. Ήταν μια γειτόνισα μαζί με την Πίπη την Φακιδομύτη δηλαδή με ένα κοριτσάκι με δύο τεράστια κοτσίδια ,που όπως έμαθα μετά ήταν η κόρη της. Στα χέρια της κρατούσε δύο τεράστια κομμάτια ύφασμα. Κατάλαβα ότι είχαν έλθει για να τους ράψει κάτι η μητέρα μου ( δεν ήθελε και πολύ μυαλό, μου το είπαν εδώ που τα λέμε) και τους είπα να περάσουν στο σαλόνι για να την φωνάξω. Η αριστοκρατική μου καταγωγή αλλά και η παιδεία μου φάνηκαν ακόμα μία φορά όταν στάθηκα στην βάση της σκάλας που οδηγούσε στο επάνω πάτωμα του αρχοντικού μας και φώναξα την μητέρα μου: Μανααααααααααααα ΡΕ μάνααααααααααα ΣΑΣ ζητάνε.
Τις οδήγησα στο σαλόνι παρατηρώντας την μικρή, που δεν πρέπει να ήταν πάνω από δέκα, να χοροπηδάει αντί να περπατάει, με τα κοτσίδια της να ανεβοκατεβαίνουν δίπλα από το κεφάλι της, να στρογγυλοκάθεται πάνω στον Τιραμόλα μου. Με το ζόρι συγκρατήθηκα και δεν την έβρισα (Κωλοεπαρχία δεν φτάνει που δεν φέρνανε τη Ζάκουλα ,να μας τσαλακώνεται και τον Τιραμόλα πάει πολύ). Η μητέρα μου άφησε να περάσει το απαραίτητο τέταρτο για να καταλάβουν ότι εμείς οι Αθηναίοι δεν είμαστε ίσα και όμοια με τις χωριάτισες, τέταρτο στο διάστημα του οποίου η μικρή όχι μόνο δεν έλεγε να σηκωθεί απο τον Τιραμόλα μου, αλλά με κοίταζε όπως κοιτάνε οι σωστοί χριστιανοί τα κοψίδια μετά την σαρανταήμερη νηστεία του Πάσχα, κατέβηκε επιτέλους και καθώς οι επισκέπτες σηκώθηκαν να την χαιρετήσουν βρήκα την ευκαιρία και άρπαξα το περιοδικό μου με κίνηση που θα ζήλευε και ο Σπάιντερ μαν και βγήκα να κάνω μία βόλτα με το ποδήλατό μου για να συνέλθω.
Μια ημέρα η μητέρα μου μου ζήτησε να πάω στο σπίτι της γειτόνισας για να της πω να περάσει για πρόβα. Έτσι λοιπόν καβάλησα το ποδήλατο μου και καθώς έβγαινα από την αυλή άκουσα την μητέρα μου να ωρύεται από το παράθυρο. Βρε Νίκοοοοοοοοοο πάλι αυτό σορτσάκι φοράς; μαύρο έχει γίνει βγάλε το επιτέλους να στο πλύνω.
Μη δίνοντας σημασία πήγα στο σπίτι της μαμάς της Φακιδομύτης και τα δύο κοτσίδια ήταν αυτά που αντίκρισα μόλις άνοιξε η πόρτα. Τότε κατάλαβα ότι ήμουν ερωτευμένος μαζί της. Κατάλαβα ότι παρ' ότι μπορούσα να αγγαρέψω τον αδελφό μου τον Πέτρο να πάει αντί για μένα ήθελα να πάω εγώ μόνο και μόνο για να την δω. Είπα απλά αυτά που μου είχε παραγγείλει η μητέρα μου και έφυγα. Δεν της είπα ότι αυτό που ήθελα ήταν να πάμε μια βόλτα με το ποδήλατο μαζί......
Την ξανασυνάντησα με τα από χρόνια σε ένα καφέ στην Αθήνα. Ήταν παντρεμένη με ένα τύπο που έμοιαζε στο Ρουβά (τουλάχιστον στην μύτη) και έμοιαζε ευτυχισμένη. Εύχομαι να είναι πάντα καλά.