Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2007

Ταξιδεύοντας

Ταξιδεύω για να ταξιδεύω. Καμία μετακίνηση μου δεν είναι απλή μεταφορά από το ένα σημείο στο άλλο. Μπορεί να θέλω τσιγάρα και το περίπτερο να είναι κάτω από το σπίτι μου και να κάνω μια ώρα δρόμο για να πάρω από αλλού. Ο δρόμος προς την δουλεία είναι ταξίδι. Η επιστροφή το ίδιο. Μπορώ να οδηγάω ώρες η και μέρες ολόκληρες απολαμβάνοντας τη διαδρομή έστω και αν την έχω κάνει δεκάδες φορές.

Ταξίδι όμως για μένα είναι κυρίως να είσαι πάνω στη θάλασσα. Σε πλοίο ή σε βάρκα δεν έχει σημασία. Και σε σχεδία να με βάλεις για μια βόλτα πάλι ευτυχισμένος είμαι . Έχω καθίσει στην κουπαστή πλοίου έξι ώρες συνέχεια αλλάζοντας απλά θέση ανάλογα με τον καιρό ή τον ήλιο. Ένοιωσα τέτοια οργή για τα καινούργια ταχύπλοα πλοία που αντικατέστησαν τα κλασσικά που έπιασα τον εαυτό μου να εκδικείται τους άμυαλους πλοιοκτήτες προβαίνοντας σε βανδαλισμούς . Πλοίο για μένα είναι ο εξωτερικός του χώρος ,οι κουπαστές η πλώρη , με καλύτερο όλων το σημείο μπροστά και κάτω από την γέφυρα . Στα παλιά πλοία εκεί μπροστά είχαν ένα διάδρομο που μπορούσες να σταθείς και να κοιτάς μπροστά την πλώρη να ανοίγει τον δρόμο της στο πέλαγος ακούγοντας τον καπετάνιο να δίνει εντολές στους ναύτες της πλώρης όταν πιάναμε λιμάνι. Ήταν το καλύτερο μου σημείο μιας και στην γέφυρα απαγορευόταν να πας.

Όταν τα παλιά καράβια δεν μετέφεραν και αυτοκίνητα αυτό το σημείο ήταν το κατάστρωμα της πρώτης θέσης και με μερικά τεχνάσματα ,στα οποία είχα γίνει εξπέρ ,μπορούσες να περάσεις τον έλεγχο και να κάτσεις εκεί. Δεν ήταν άνετο σημείο, ο αέρας σε κτυπούσε αλύπητα μιας και τίποτα δεν σε κάλυπτε, ενώ αν είχε έστω και λίγο κύμα το σπρέι του θαλασσινού νερού γεμάτου με αλάτι έκανε το πρόσωπό σου σε συνδυασμό με τον ήλιο κατακόκκινο, ενώ τα δάκρυα συμπλήρωναν το κακό που έκανε τους γονείς μου να αγριεύουν, κάθε φορά που φτάνοντας στον προορισμό μου, με τα νεύρα που έχει κάποιος που τον διακόψανε από την νιρβάνα του, επέστρεφα να βοηθήσω στο κουβάλημα βαλίτσας κατακόκκινος, με τις ασπρίλες από το αλάτι και τα δάκρυα να χαρακώνουν το πρόσωπό μου. Τα πρώτα «ferry boat» (φέρι μπότ όπως άκουγα να τα λένε) έγιναν αναγκαστικά πιο ψηλά , ο χώρος μπροστά στην πλώρη αποκλείστηκε σχεδόν σε όλα ενώ στα ταχύπλοα εξαφανίστηκε εντελώς προκαλώντας την δικαιολογημένη αγανάκτηση μου .

Ταξίδι στη θάλασσα για μένα σήμαινε και τρικυμία. Κύματα να σκάνε στα πλευρά και την πλώρη του πλοίου, αφρισμένο νερό να ζωγραφίζει απίστευτης ομορφιάς σχέδια στην επιφάνεια του νερού, και εγώ σαν ηλίθιος να περιφέρομαι ανάμεσα στους ζαλισμένους επιβάτες που παρακαλούσαν να τελειώσει το μαρτύριό τους, χαμογελώντας σαν έφηβος που πρωτογνωρίζει τον έρωτα. Όταν η θάλασσα ήταν ήρεμη έχανα την μισή απόλαυση. Το να πας στο μπαράκι του πλοίου ήταν μια επικίνδυνη αποστολή, όλοι ήταν άνετοι, έπιαναν τα καλύτερα σημεία στις κουπαστές , μπορεί ακόμα και να σου έπιαναν την κουβέντα για θέματα τόσο μικρά και αδιάφορα όταν βρίσκεσαι πάνω στο νερό και ταξιδεύεις, που αναγκαζόμουν να βρίσκω άβολα μέρη για να μπορώ να βλέπω ανενόχλητος την θάλασσα, δημιουργώντας με την φαντασία μου τα κύματα που ο αέρας δεν είχε την δύναμη να φτιάξει.